Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2013

Αγάπες ~



Θά' ρθουν όλες μια μέρα και γύρω μου
θα καθήσουν βαθιά λυπημένες.
Φοβισμένα σπουργίτια τα μάτια τους
θα πετούνε στην κάμαρα μέσα,
ωχρά χέρια θα σβήνουν στο σύθαμπο
και θανάσιμα χείλη θα τρέμουν.

"Αδελφέ, θα μου πουν, δέντρα φεύγουνε
μες στη θύελλα, και πια δεν μπορούμε,
δεν ορίζομε πια το ταξίδι μας'
ένα θάνατο πάρε και δώσε.
Εμείς, κύττα, στα πόδια σου αφήνουμε
συναγμένο από χρόνια το δάκρυ.



Τα χρυσά πού' ναι τώρα φθινόπωρα
πού τα θεία καλοκαίρια στα δάση;
Πού οι νυχτιές με τον άπειρον, έναστρο ουρανό
τα τραγούδια στο κύμα;
Όταν πίσω και πέρα μακραίνανε,
πού να επήγαν, χωριά, πολιτείες;

Οι θεοί μας εγέλασαν, οι άνθρωποι
κ' ήρθαμε όλες απόψε κοντά σου,
γιατί πια την ελπίδα δεν άξιζε
το σκληρό μας αβέβαιο ταξίδι.
Σα φιλί, σαν εκείνα που αλλάζαμε,
ένα θάνατο πάρε και δώσε."

Θα τελειώσουν. Επάνω μου γέρνοντας
θ' απομείνουν βουβές, μυροφόρες.
Ολοένα στην ήσυχη κάμαρα
θα βραδιάζει και μήτε θα βλέπω
τα μεγάλα, σαν έκπληκτα, μάτια τους,
που γεμίζανε φως τη ζωή μου...

Κ. Γ. Καρυωτάκης

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2013

Ομνύει ~


Ομνύει κάθε τόσο ν' αρχίσει πιο καλή ζωή.
Αλλ' όταν έλθ' η νύχτα με τες δικές της συμβουλές,
με τους συμβιβασμούς της, και με τες υποσχέσεις της
αλλ' όταν έλθ' η νύχτα με τη δική της δύναμη
του σώματος που θέλει και ζητεί,
στην ίδια μοιραία χαρά,
χαμένος, ξαναπηαίνει.

Κ. Καβάφης

Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2013

Δημοκρατία



Του είπαν ότι μπορεί τώρα να πάει να πλαγιάσει,
ήσυχος ότι σώθηκε η Δημοκρατία.
Οι λύκοι βρίσκονται πίσω από τα κάγκελα, του είπαν
θωπεύοντας με χάρη την κουρασμένη πλάτη του.
 

Κι εκείνος συνέχισε ν' ακούει το μακρινό αλύχτισμα,
να κοιτά τη λάμπα που τρεμόσβηνε αδύναμα στο πυκνό σκοτάδι,
περιμένοντας την αυγή.
 

Γνώριζε πως θα περάσουν πολλές αυγές πνιγμένες σε άναρθρες κραυγές
και πολλά ημερονύχτια, ακροτελεύτιες θυσίες στο βωμό της αλήθειας.
Έγειρε να κοιμηθεί. Σε λίγο θα ξημέρωνε.


τερέζα

Αλλαγές






Μη φθείρεσαι με αδιέξοδα και τελματωμένες καταστάσεις. 
Απορρίπτω σημαίνει ηγούμαι των αποφάσεών μου, 
ανοίγοντας νέους δρόμους κι έχοντας τον πλήρη έλεγχο. 
Ουδείς νοστάλγησε το χθες, 
χωρίς να έχει ζήσει το παρόν, 
ασφαλίζοντας το αύριο με ένα ανοιχτό παράθυρο στην ψυχή του.


Κι όταν αλλάξεις ρότα και βάλεις μπρος τις μηχανές
μην ξεχάσεις να μπαλώσεις τις αμφιβολίες
τα χτυποκάρδια που έμειναν μετέωρα 
σε κάποιο τέταρτο της ώρας.
Αλλάζω σημαίνει ανατέλω ξανά
παρηγορώντας όλες τις κλαίουσες ιτιές
δεν ήρθε το τέλος του κόσμου
αν ο φάρος δεν ανάψει απόψε στην ώρα του.

τερέζα

~ Πόλη ~ Άννα Ντε Νοάιγ





Είδα την Πόλη ως ήμουνα παιδί, και τη θυμάμαι
σαν κάτι ονειρεμένο.
Θυμάμαι κάποιο μιναρέ γαλάζιο, κι' ένα βάζο
με σμύρνα γεμισμένο.

Θυμάμαι, στα Γλυκά-νερά, το λαγγεμένο βράδυ
το δίχως τελειωμό:
σα φίδι μού τριγύριζε με θέρμην από τότε
η Ποίηση το λαιμό.


 Και στοχαζόμουνα σαν τι, στο τρυφερό παλάτι,
ποια τάχα συντυχιά,
ποιο βεζυρόπουλο τρελό για πάντα θα μ' εκράτει
σε μια γλυκειά σκλαβιά!

Ό αιθέρας μοιάζει χλιαρός στη δύση, κ' είν' η γης
βαριά, το καλοκαίρι.
Στενάζει από την ηδονή και βράζει η έμορφιά
στ' Ανατολίτικα τα μέρη.

Πολύχρωμα συντέφια κι' ω! βραχιόλια από κοράλι,
παζάρια ευωδιασμένα,
σταφύλια από το Βόσπορο τριανταφυλλιά, που μοιάζουν
φτιασιδωμένα !




Άγρια κι' ολόθερμη ζωή, ξέγνοιαστη κι' ερωτιάρα,
κοιμάσαι όλη τη μέρα.
Κ' είναι, τη νύχτα, οι πόθοι σου σκυλιά, τα στόματά τους
φλογίζουν τον αγέρα.

Ω! τ' Αρναούτ-κιοϊ συκιές, πολύφωτε ουρανέ,
μονότονη γοητεία,
να βλέπεις πάντα μιαν ακτή, που σκλάβα της κρατάει εκεί
την Ευτυχία!

«Τα φώτα της Αγιά-Σοφιάς δάσος, και το λιβάνι
κρυμμένο περιβόλι,
στο λαγγεμένο της κορμί στηλώνεται, κι' αφήνει
να τη θαυμάζουν όλοι...»


 Ήμουν φτιαγμένη για να ζω πλάι στα νερά τ' αμαρτωλά
κι' από του ήλιου το χάδι,
τη χώρα αφιερώνοντας του μισοφεγγαριού
στην Άρτεμη, το βράδυ.

Ήμουν φτιαγμένη για να ζω κατ' από μια δαμασκηνιά
τρώγοντας κουκουνάρι.
Εκεί που ετοίμαζ' η Ξανθώ το χτυποκάρδι του Σενιέ,
όλη δροσιά και χάρη.

Ήμουν φτιαγμένη για να ζω στα βέλα τα μεταξωτά
και μέσ' τα κεχριμπάρια,
που δένουν και σκεπάζουνε τα μπράτσα τα λαχταριστά,
ανάλαφρα κι' ανάρια.


Κανένας δε θε νά 'ξερε τον ξέφρενό μου πόνο
δε θα 'χα τραγουδήσει:
θα 'χα κρατήσει απάνω μου, σα μια πελώρια λύρα
του ήλιου τη χρυσοβρύση.


Άννα ντε Νοάϊγ (Μετάφραση : Μυρτιώτισσα)

Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2013

Μα τι γυρεύουν οι Ψυχές μας (Γ. Σεφέρης)


Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω σε καταστρώματα κατελυμένων καραβιών
στριμωγμένες με γυναίκες κίτρινες και μωρά που κλαίνε
χωρίς να μπορούν να ξεχαστούν ούτε με τα χελιδονόψαρα
ούτε με τ’ άστρα που δηλώνουν στην άκρη τα κατάρτια.
Τριμμένες από τους δίσκους των φωνογράφων
δεμένες άθελα μ’ ανύπαρχτα προσκυνήματα
μουρμουρίζοντας σπασμένες σκέψεις από ξένες γλώσσες.

 Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω στα σαπισμένα θαλάσσια ξύλα
από λιμάνι σε λιμάνι;

Μετακινώντας τσακισμένες πέτρες, ανασαίνοντας
τη δροσιά του πεύκου πιο δύσκολα κάθε μέρα,
κολυμπώντας στα νερά τούτης της θάλασσας
κι εκείνης της θάλασσας,
χωρίς αφή
χωρίς ανθρώπους
μέσα σε μια πατρίδα που δεν είναι πια δική μας
ούτε δική σας.

Το ξέραμε πως ήταν ωραία τα νησιά
κάπου εδώ τριγύρω που ψηλαφούμε
λίγο πιο χαμηλά ή λίγο πιο ψηλά
ένα ελάχιστο διάστημα.

Γ. Σεφέρης


Πέμπτη 23 Αυγούστου 2012

~ Μεγαλώνουμε ~


Μεγαλώνουμε
με εικόνες προγονικές, εφάμιλλες εκείνων 
που οι μεγάλοι ιστορικοί προσθέτουν στο πάνθεον των αιώνων.
Παιχνίδια από λινάτσα, άμμο και λίγες φούχτες ζαχαρωμένα όνειρα
να κρατούν συντροφιά, όταν το λυχνάρι αργεί να σιωπήσει.
Κάποτ
ε, θα τα βλέπουμε και θα γελάμε
όταν οι ελπίδες ορθοποδήσουν
και η καταχνιά απ' τα καμμένα γράμματα
γεμίσει από την ρουτίνα μιας καλημέρας.
Κάποτε...
Μεγαλώνουμε...

© τερέζα

Παρασκευή 17 Αυγούστου 2012

~ Θαλασσογραφία ~




Δεν είναι η θάλασσα για πλάκες και παιχνίδια. 
Η θάλασσα είναι γυναίκα. 
Αν θες να την κατακτήσεις, να της φερθείς ευγενικά, με σεβασμό, 
δείχνοντάς της ταυτόχρονα πως είσαι εσύ ο μόνος κυρίαρχος. 
Κι αν κάποτε στα κύματα πεθάνεις, μη φοβηθείς... 
Μέσα από αυτά θα ξαναγεννηθείς, βράχος σμιλεμένος από χώμα, ατσάλι και νερό...

© τερέζα















Παρασκευή 10 Αυγούστου 2012

~ Ευγένεια ~


Κάνε τον πόνο σου άρπα.
Και γίνε σαν αηδόνι
και γίνε σα λουλούδι.
Πικροί όταν έλθουν χρόνοι
κάνε τον πόνο σου άρπα
και πέ τονε τραγούδι.

Μη δέσεις την πληγή σου
παρά με ροδοκλώνια.
Λάγνα σού δίνω μύρα
- για μπάλσαμο - και αφιόνια.
Μη δέσεις την πληγή σου
και το αίμα σου, πορφύρα.

Λέγε στους θεούς <να σβήσω!>
μα κράτα το ποτήρι.
Κλότσα τις μέρες σου όντας
θα σου'ναι πανηγύρι.
Λέγε στους θεούς <να σβήσω!>
μα λέγε το γελώντας.

Κάνε τον πόνο σου άρπα.
Και δρόσισε τα χείλη
στα χείλη της πληγής σου.
Ένα πρωί, ένα δείλι
κάνε τον πόνο σου άρπα
και γέλασε και σβήσου.

Κ. Γ. Καρυωτάκης - από τη συλλογή "Άπαντα- Τα Ευρισκόμενα"

~ Προετοιμασίες ~


Στις παρυφές των σκέψεων
εκεί που τρεμοπαίζει μια αχτίδα ήλιου
στο μεσουράνημά της
Και στις αυλές των σπιτιών
στα έρημα σοκάκια 
που άλλοτε ξενυχτούσαν τα φιλιά
τώρα γεννιούνται ξεθωριασμένες συνειδήσεις.
Να μην ξεχάσω να πάρω μαζί μου τα κλειδιά
έχω να ξεκλειδώσω πάλι απόψε
κείνα τα γέρικα δέντρα
που υποσχέθηκαν συντροφιά.
Πώς να δαμάσεις το γιατί
όταν αιωρείται ένα αντίο
Και τα χρόνια περνούν
Μια συνήθεια είναι όλα, τελικά.

© τερέζα