Πέμπτη, 12 Δεκεμβρίου 2013

Τα Ρόδα ~


Όχι.
Τα ρόδα τα κλειστά δεν είναι ρόδα ακόμα
είν' άνθος δίχως όνομα και δίχως ευωδιά.
Μοιάζουν αθώο, αφίλητο και παιδιακίσιο στόμα
που δεν το πότισε καημούς αγάπης η καρδιά.

Θέλω τα ρόδα ολόδροσα κι ευωδιαστά ανθισμένα,
την ευλογία της ομορφιάς στον κόσμο να σκορπούν :
χείλη ανοιχτά απ' τους στεναγμούς κι απ' τα φιλιά καμένα,
χείλη που κι αν σωπαίνουνε, το λεν πως αγαπούν.

Γεώργιος Δροσίνης, από τα "Φωτερά Σκοτάδια"

Δευτέρα, 9 Δεκεμβρίου 2013

Έρωτας (από την "Αντιγόνη")



Έρωτα ακαταμάχητε, 
εσύ που ξενυχτίζεις
στου κοριτσιού τα μάγουλα,
εσύ που αιχμαλωτίζεις
ως και τον πλούσιον άνθρωπο,
και στις καλύβες μπαίνεις
και θάλασσα διαβαίνεις
και θάλασσα περνάς !

Κι ούτε κανείς αθάνατος
εγλύτωσε από σένα,
ουτ' άνθρωπον εφήμερο
δεν άφησες κανένα,
εσύ που' σαι το λούλουδο
ζωής τυραγνισμένης,
εσύ που ξετρελλαίνεις
εκείνον που κρατάς !

Εσύ και δίκιον άνθρωπο
σπρώχνεις στην αδικία,
εσύ και τώρα εσήκωσες
τέτοια φιλονεικία.
Κι ο πόθος κόρης όμορφης
που βασιλεύει ακόμη,
παρά οι μεγάλοι νόμοι
που εδώσαν οι θεοί.

Απόσπασμα από την "Αντιγόνη" του Σοφοκλέους, μετάφραση Κ. Μάνου.

Κυριακή, 8 Δεκεμβρίου 2013

Πρωϊνό Άστρο (μέρος 2ο) ~ ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


Κοριτσάκι, 
ένα λευκό περιστεράκι
με δυο φτερά ανοιχτά
την κούνια σου φωτά.

Ώρα καλή κι ώρα χρυσή
ήρθες με την καλήν αυγή
κ' η αυγή με σένα
να σμίξεις ουρανό και γη
κ' η ζωή να γίνει
φως και ψωμί
φως και κρασί
φως και γαλήνη.

Και πίσω από την πόρτα μας
η κυρά, η νοικοκυρά
η γκαρδιακιά
η μεγάλη, η άγια σκούπα
με τις δυο γερές γροθιές στη μέση
πάντα ξάγρυπνη, πάντα έτοιμη
δεν αφήνει
φύλλο κίτρινο να πέσει
απ' την άρρωστη σελήνη
μήτε σκιά να δρασκελήσει
το κατώφλι μας
μη σκοντάψει, μην πονέσει
μήτε στο μικρό - μικρό νυχάκι της
η ειρήνη.

Γιάννης Ρίτσος "Πρωϊνό Άστρο" (απόσπασμα)

Πρωϊνό Άστρο ~ ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

Στην κόρη μου Ε Ρ Η

 ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ μου, θέλω να σου φέρω
τα φαναράκια των κρίνων
να σου φέγγουν τον ύπνο σου.

Θέλω να σου φέρω
ένα περιβολάκι
ζωγραφισμένο με λουλουδόσκονη
πάνω στο φτερό μιας πεταλούδας
για να σεργιανάει το γαλανό όνειρό σου.

Θέλω να σου φέρω
ένα σταυρουλάκι αυγινό φως
δυο αχτίνες σταυρωτές απ' τους στίχους μου
να σου ξορκίζουν το κακό
να σου φωτάνε
μη μου σκοντάψεις, κοριτσάκι,
έτσι γυμνόποδο και τρυφερό
στ' αγκάθι κι ενός ίσκιου.

Κοιμήσου.
Να μεγαλώσεις γρήγορα.
Έχεις να κάνεις πολύ δρόμο, κοριτσάκι,
κι έχεις δυο πεδιλάκια μόνο από ουρανό.
Κοιμήσου.

Το πρόσωπο της μητερούλας φέγγει
πάνω απ' τους ρόδινους λοφίσκους του ύπνου σου
εαρινό φεγγάρι
ανάμεσα απ' τα στάχυα της έγνοιας της
και τα τριαντάφυλλα των τραγουδιών μου.
Κοιμήσου, κοριτσάκι.
Είναι μακρύς ο δρόμος.

Γιάννης Ρίτσος

Παρασκευή, 1 Νοεμβρίου 2013

Ήρθε Αυγινή


Ήρθε αυγινή από μακρινά κατάφωτα ακρογιάλια,
με των μαλλιών της την πυρή κυματιστή νεφέλη,
κι όσων τα μέτωπα ίσκιωναν από μια απράϋντη θλίψη
άστραψαν απ' την έμφαση των νέων, ωραίων της μύθων.

Μας ετραγούδησε αρμυρά των ωκεανών τραγούδια
για τις νεράϊδες του γιαλού με τις γαλάζιες χαίτες,
για ό,τι την άπνοη και θολή σκέψη του ανθρώπου οιστρώνει
κι εχάθη ως νέφος πορφυρό στο βραδιασμένο αιθέρα.

Καίσαρ Εμμανουήλ, Stillae Sanguinis

Κ' Εδώ Ακόμη

 Απ' όλη την ημέρα δεν του απόμεινε τίποτα,
- μια λέξη, ένα φύλλο, μια εικόνα, ένα πρόσωπο -μονάχα ένα βαρύ κενό
το άγγιζε με τα χέρια του,
τόσο που μια στιγμή σταμάτησε
να μεταθέσει το βάρος του
σε μια στάση ανετότερη ανάμεσα στα μπράτσα του.



Κ' είτανε μια αυστηρή πραότητα στ' ανοιξιάτικο βράδι,,
μπορείς να πεις μια τρυφερότητα,
σαν το χαμόγελο ενός αξύριστου πολεμιστή
που κοιμίζει ένα βρέφος -
ένα βρέφος που τόβρε σ' ένα εγκαταλειμμένο σπίτι
μπαίνοντας σε μια ξένη, λεηλατημένη πολιτεία.

Γιάννης Ρίτσος, Αθήνα, Μάης 1960 - "Ασκήσεις"

Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

Στην τήξη του Ερέβους - ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΑΤΡΟΥΤΣΟΣ

«σ' εσένα το συ και γω, θα ξεδιψώ σα σε διψώ!» 
(σα βρέχει κάτω απ΄ τον ορίζοντα - Στην τήξη του Ερέβους)
(Αναδημοσίευση από το "Βακχικόν")



…ας σκοντάψει τ’ όνειρο 
στην ξηρασία που ‘σπειρε η πείρα. 
Ας πέσω να ματώσω αγκώνες, γόνατα 
σαν το οδηγώ αφού, γνωρίζω πια, 
παιδί μπορεί και πτήση να φυλά 
και πτώση να ανέχεται... (ν’ ανεχτείς την πτώση) (Αναδημοσίευση από το "Βακχικόν")

 
 
Η νέα ποιητική συλλογή του Χρήστου Κατρούτσου "Στην τήξη του Ερέβους", γεμάτη συμβολισμούς, πνευματικές ανησυχίες, εικόνες της ψυχής και αλληγορίες, γραμμένη με ένα μεστό λόγο, ολιγαρκής μέσα στην απεραντοσύνη των νοημάτων της, έρχεται να προσθέσει μια νέα σελίδα στον κόσμο της Ποίησης. 
Κυκλοφορεί στα περισσότερα καταστήματα Public από τις εκδόσεις Λυκόφως.


Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013

~ Τρυφερότητα ~




 Μπήκε από την πόρτα. Δε διέκρινε τίποτα.
Η λάμπα ήταν σβηστή. Στο φέγγος των άστρων,
πούμπαινε απ' την απέναντι τζαμόπορτα,
ξεχώρισε λίγο-λίγο τη ράχη της καρέκλας,
τα κάγκελα του κρεββατιού και τα παπούτσια της γυναίκας
αφημένα μπροστά στο κρεββάτι.

Έβγαλε κι αυτός τα παπούτσια του αθόρυβα,
τ' ακούμπησε πλάϊ στα παπούτσια της γυναίκας
και βγήκε πάλι μες στη νύχτα ξυπόλητος.
Τόνα της χέρι, κρεμασμένο πλάϊ, έξω απ' το σεντόνι,
έφεγγε διαθλασμένο σαν μέσα σε νερό.

Γιάννης Ρίτσος - "Ασκήσεις"

Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2013

Θαμάσματα του Έρωτα



Γροικήσετε του Έρωτα θαμάσματα που κάνει

κ' ειςέ θανάτους εκατό, όσ' αγαπούν, τση βάνει.

Πληθαίνει τως την όρεξη και δύναμη τως δίδει,

μαθαίνει τση να πολεμού τη νύκτα στο σκοτείδι,

κάνει τον ακριβό φτηνό, πρόθυμο τον οκνιάρη,

κάνει και τον ακάτεχο να ξέρει πάσα χάρη!...


Βιτσέντζος Κορνάρος (από τον "Ερωτόκριτο", 1640)

Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

Αγάπες ~



Θά' ρθουν όλες μια μέρα και γύρω μου
θα καθήσουν βαθιά λυπημένες.
Φοβισμένα σπουργίτια τα μάτια τους
θα πετούνε στην κάμαρα μέσα,
ωχρά χέρια θα σβήνουν στο σύθαμπο
και θανάσιμα χείλη θα τρέμουν.

"Αδελφέ, θα μου πουν, δέντρα φεύγουνε
μες στη θύελλα, και πια δεν μπορούμε,
δεν ορίζομε πια το ταξίδι μας'
ένα θάνατο πάρε και δώσε.
Εμείς, κύττα, στα πόδια σου αφήνουμε
συναγμένο από χρόνια το δάκρυ.



Τα χρυσά πού' ναι τώρα φθινόπωρα
πού τα θεία καλοκαίρια στα δάση;
Πού οι νυχτιές με τον άπειρον, έναστρο ουρανό
τα τραγούδια στο κύμα;
Όταν πίσω και πέρα μακραίνανε,
πού να επήγαν, χωριά, πολιτείες;

Οι θεοί μας εγέλασαν, οι άνθρωποι
κ' ήρθαμε όλες απόψε κοντά σου,
γιατί πια την ελπίδα δεν άξιζε
το σκληρό μας αβέβαιο ταξίδι.
Σα φιλί, σαν εκείνα που αλλάζαμε,
ένα θάνατο πάρε και δώσε."

Θα τελειώσουν. Επάνω μου γέρνοντας
θ' απομείνουν βουβές, μυροφόρες.
Ολοένα στην ήσυχη κάμαρα
θα βραδιάζει και μήτε θα βλέπω
τα μεγάλα, σαν έκπληκτα, μάτια τους,
που γεμίζανε φως τη ζωή μου...

Κ. Γ. Καρυωτάκης