Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

Στην τήξη του Ερέβους - ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΑΤΡΟΥΤΣΟΣ

«σ' εσένα το συ και γω, θα ξεδιψώ σα σε διψώ!» 
(σα βρέχει κάτω απ΄ τον ορίζοντα - Στην τήξη του Ερέβους)
(Αναδημοσίευση από το "Βακχικόν")



…ας σκοντάψει τ’ όνειρο 
στην ξηρασία που ‘σπειρε η πείρα. 
Ας πέσω να ματώσω αγκώνες, γόνατα 
σαν το οδηγώ αφού, γνωρίζω πια, 
παιδί μπορεί και πτήση να φυλά 
και πτώση να ανέχεται... (ν’ ανεχτείς την πτώση) (Αναδημοσίευση από το "Βακχικόν")

 
 
Η νέα ποιητική συλλογή του Χρήστου Κατρούτσου "Στην τήξη του Ερέβους", γεμάτη συμβολισμούς, πνευματικές ανησυχίες, εικόνες της ψυχής και αλληγορίες, γραμμένη με ένα μεστό λόγο, ολιγαρκής μέσα στην απεραντοσύνη των νοημάτων της, έρχεται να προσθέσει μια νέα σελίδα στον κόσμο της Ποίησης. 
Κυκλοφορεί στα περισσότερα καταστήματα Public από τις εκδόσεις Λυκόφως.


Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013

~ Τρυφερότητα ~




 Μπήκε από την πόρτα. Δε διέκρινε τίποτα.
Η λάμπα ήταν σβηστή. Στο φέγγος των άστρων,
πούμπαινε απ' την απέναντι τζαμόπορτα,
ξεχώρισε λίγο-λίγο τη ράχη της καρέκλας,
τα κάγκελα του κρεββατιού και τα παπούτσια της γυναίκας
αφημένα μπροστά στο κρεββάτι.

Έβγαλε κι αυτός τα παπούτσια του αθόρυβα,
τ' ακούμπησε πλάϊ στα παπούτσια της γυναίκας
και βγήκε πάλι μες στη νύχτα ξυπόλητος.
Τόνα της χέρι, κρεμασμένο πλάϊ, έξω απ' το σεντόνι,
έφεγγε διαθλασμένο σαν μέσα σε νερό.

Γιάννης Ρίτσος - "Ασκήσεις"

Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2013

Θαμάσματα του Έρωτα



Γροικήσετε του Έρωτα θαμάσματα που κάνει

κ' ειςέ θανάτους εκατό, όσ' αγαπούν, τση βάνει.

Πληθαίνει τως την όρεξη και δύναμη τως δίδει,

μαθαίνει τση να πολεμού τη νύκτα στο σκοτείδι,

κάνει τον ακριβό φτηνό, πρόθυμο τον οκνιάρη,

κάνει και τον ακάτεχο να ξέρει πάσα χάρη!...


Βιτσέντζος Κορνάρος (από τον "Ερωτόκριτο", 1640)

Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

Αγάπες ~



Θά' ρθουν όλες μια μέρα και γύρω μου
θα καθήσουν βαθιά λυπημένες.
Φοβισμένα σπουργίτια τα μάτια τους
θα πετούνε στην κάμαρα μέσα,
ωχρά χέρια θα σβήνουν στο σύθαμπο
και θανάσιμα χείλη θα τρέμουν.

"Αδελφέ, θα μου πουν, δέντρα φεύγουνε
μες στη θύελλα, και πια δεν μπορούμε,
δεν ορίζομε πια το ταξίδι μας'
ένα θάνατο πάρε και δώσε.
Εμείς, κύττα, στα πόδια σου αφήνουμε
συναγμένο από χρόνια το δάκρυ.



Τα χρυσά πού' ναι τώρα φθινόπωρα
πού τα θεία καλοκαίρια στα δάση;
Πού οι νυχτιές με τον άπειρον, έναστρο ουρανό
τα τραγούδια στο κύμα;
Όταν πίσω και πέρα μακραίνανε,
πού να επήγαν, χωριά, πολιτείες;

Οι θεοί μας εγέλασαν, οι άνθρωποι
κ' ήρθαμε όλες απόψε κοντά σου,
γιατί πια την ελπίδα δεν άξιζε
το σκληρό μας αβέβαιο ταξίδι.
Σα φιλί, σαν εκείνα που αλλάζαμε,
ένα θάνατο πάρε και δώσε."

Θα τελειώσουν. Επάνω μου γέρνοντας
θ' απομείνουν βουβές, μυροφόρες.
Ολοένα στην ήσυχη κάμαρα
θα βραδιάζει και μήτε θα βλέπω
τα μεγάλα, σαν έκπληκτα, μάτια τους,
που γεμίζανε φως τη ζωή μου...

Κ. Γ. Καρυωτάκης

Κυριακή, 27 Οκτωβρίου 2013

Ομνύει ~


Ομνύει κάθε τόσο ν' αρχίσει πιο καλή ζωή.
Αλλ' όταν έλθ' η νύχτα με τες δικές της συμβουλές,
με τους συμβιβασμούς της, και με τες υποσχέσεις της
αλλ' όταν έλθ' η νύχτα με τη δική της δύναμη
του σώματος που θέλει και ζητεί,
στην ίδια μοιραία χαρά,
χαμένος, ξαναπηαίνει.

Κ. Καβάφης

Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2013

Δημοκρατία



Του είπαν ότι μπορεί τώρα να πάει να πλαγιάσει,
ήσυχος ότι σώθηκε η Δημοκρατία.
Οι λύκοι βρίσκονται πίσω από τα κάγκελα, του είπαν
θωπεύοντας με χάρη την κουρασμένη πλάτη του.
 

Κι εκείνος συνέχισε ν' ακούει το μακρινό αλύχτισμα,
να κοιτά τη λάμπα που τρεμόσβηνε αδύναμα στο πυκνό σκοτάδι,
περιμένοντας την αυγή.
 

Γνώριζε πως θα περάσουν πολλές αυγές πνιγμένες σε άναρθρες κραυγές
και πολλά ημερονύχτια, ακροτελεύτιες θυσίες στο βωμό της αλήθειας.
Έγειρε να κοιμηθεί. Σε λίγο θα ξημέρωνε.


τερέζα

Αλλαγές






Μη φθείρεσαι με αδιέξοδα και τελματωμένες καταστάσεις. 
Απορρίπτω σημαίνει ηγούμαι των αποφάσεών μου, 
ανοίγοντας νέους δρόμους κι έχοντας τον πλήρη έλεγχο. 
Ουδείς νοστάλγησε το χθες, 
χωρίς να έχει ζήσει το παρόν, 
ασφαλίζοντας το αύριο με ένα ανοιχτό παράθυρο στην ψυχή του.


Κι όταν αλλάξεις ρότα και βάλεις μπρος τις μηχανές
μην ξεχάσεις να μπαλώσεις τις αμφιβολίες
τα χτυποκάρδια που έμειναν μετέωρα 
σε κάποιο τέταρτο της ώρας.
Αλλάζω σημαίνει ανατέλω ξανά
παρηγορώντας όλες τις κλαίουσες ιτιές
δεν ήρθε το τέλος του κόσμου
αν ο φάρος δεν ανάψει απόψε στην ώρα του.

τερέζα

~ Πόλη ~ Άννα Ντε Νοάιγ





Είδα την Πόλη ως ήμουνα παιδί, και τη θυμάμαι
σαν κάτι ονειρεμένο.
Θυμάμαι κάποιο μιναρέ γαλάζιο, κι' ένα βάζο
με σμύρνα γεμισμένο.

Θυμάμαι, στα Γλυκά-νερά, το λαγγεμένο βράδυ
το δίχως τελειωμό:
σα φίδι μού τριγύριζε με θέρμην από τότε
η Ποίηση το λαιμό.


 Και στοχαζόμουνα σαν τι, στο τρυφερό παλάτι,
ποια τάχα συντυχιά,
ποιο βεζυρόπουλο τρελό για πάντα θα μ' εκράτει
σε μια γλυκειά σκλαβιά!

Ό αιθέρας μοιάζει χλιαρός στη δύση, κ' είν' η γης
βαριά, το καλοκαίρι.
Στενάζει από την ηδονή και βράζει η έμορφιά
στ' Ανατολίτικα τα μέρη.

Πολύχρωμα συντέφια κι' ω! βραχιόλια από κοράλι,
παζάρια ευωδιασμένα,
σταφύλια από το Βόσπορο τριανταφυλλιά, που μοιάζουν
φτιασιδωμένα !




Άγρια κι' ολόθερμη ζωή, ξέγνοιαστη κι' ερωτιάρα,
κοιμάσαι όλη τη μέρα.
Κ' είναι, τη νύχτα, οι πόθοι σου σκυλιά, τα στόματά τους
φλογίζουν τον αγέρα.

Ω! τ' Αρναούτ-κιοϊ συκιές, πολύφωτε ουρανέ,
μονότονη γοητεία,
να βλέπεις πάντα μιαν ακτή, που σκλάβα της κρατάει εκεί
την Ευτυχία!

«Τα φώτα της Αγιά-Σοφιάς δάσος, και το λιβάνι
κρυμμένο περιβόλι,
στο λαγγεμένο της κορμί στηλώνεται, κι' αφήνει
να τη θαυμάζουν όλοι...»


 Ήμουν φτιαγμένη για να ζω πλάι στα νερά τ' αμαρτωλά
κι' από του ήλιου το χάδι,
τη χώρα αφιερώνοντας του μισοφεγγαριού
στην Άρτεμη, το βράδυ.

Ήμουν φτιαγμένη για να ζω κατ' από μια δαμασκηνιά
τρώγοντας κουκουνάρι.
Εκεί που ετοίμαζ' η Ξανθώ το χτυποκάρδι του Σενιέ,
όλη δροσιά και χάρη.

Ήμουν φτιαγμένη για να ζω στα βέλα τα μεταξωτά
και μέσ' τα κεχριμπάρια,
που δένουν και σκεπάζουνε τα μπράτσα τα λαχταριστά,
ανάλαφρα κι' ανάρια.


Κανένας δε θε νά 'ξερε τον ξέφρενό μου πόνο
δε θα 'χα τραγουδήσει:
θα 'χα κρατήσει απάνω μου, σα μια πελώρια λύρα
του ήλιου τη χρυσοβρύση.


Άννα ντε Νοάϊγ (Μετάφραση : Μυρτιώτισσα)

Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013

Μα τι γυρεύουν οι Ψυχές μας (Γ. Σεφέρης)


Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω σε καταστρώματα κατελυμένων καραβιών
στριμωγμένες με γυναίκες κίτρινες και μωρά που κλαίνε
χωρίς να μπορούν να ξεχαστούν ούτε με τα χελιδονόψαρα
ούτε με τ’ άστρα που δηλώνουν στην άκρη τα κατάρτια.
Τριμμένες από τους δίσκους των φωνογράφων
δεμένες άθελα μ’ ανύπαρχτα προσκυνήματα
μουρμουρίζοντας σπασμένες σκέψεις από ξένες γλώσσες.

 Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω στα σαπισμένα θαλάσσια ξύλα
από λιμάνι σε λιμάνι;

Μετακινώντας τσακισμένες πέτρες, ανασαίνοντας
τη δροσιά του πεύκου πιο δύσκολα κάθε μέρα,
κολυμπώντας στα νερά τούτης της θάλασσας
κι εκείνης της θάλασσας,
χωρίς αφή
χωρίς ανθρώπους
μέσα σε μια πατρίδα που δεν είναι πια δική μας
ούτε δική σας.

Το ξέραμε πως ήταν ωραία τα νησιά
κάπου εδώ τριγύρω που ψηλαφούμε
λίγο πιο χαμηλά ή λίγο πιο ψηλά
ένα ελάχιστο διάστημα.

Γ. Σεφέρης