Τρίτη, 13 Μαρτίου 2012

~ Οι Θεοί Διψούν ~



Ήταν δέκα η ώρα το πρωί. Ο απριλιάτικος ήλιος έλουζε με φως τα νιόβγαλτα φυλλαράκια των δέντρων.
Ύστερα από μια τρομερή θύελλα που ξέσπασε την περασμένη νύχτα, ο καιρός είχε γλυκάνει και φυσούσε ένα δροσερό και ήρεμο αεράκι. 
Από καιρό σε καιρό, ένας καβαλλάρης περνούσε στην αλέα των Βέβ κι έκοβε τη σιωπή της μοναξιάς. Στην άκρη της σκιερής δενδροστοιχίας, αντίκρυ στο καλύβι της Μπελ Λιλουάζ, ο Ευάριστος καθόταν σ' ένα παγκάκι και περίμενε την Ελοντί. Από την ημέρα που τα δάχτυλά τους αντάμωσαν πάνω στο λινό και μπλέχτηκαν οι ανάσες τους, ο Ευάριστος δεν είχε ξαναπατήσει το πόδι του στον Έρωτα ζωγράφο. Η στωϊκή του περηφάνια και η δειλία του γίνονταν όλο και πιο μονοκόμματες όσο περνούσε ο καιρός. Έμεινε με πείσμα μακρυά από την Ελοντί μια βδομάδα ολόκληρη. Της είχε στείλει ένα σοβαρό και φλογερό γράμμα. Της έγραφε τα φριχτά παράπονά του για τον πολίτη Μπλαίζ. Δεν της ανάφερε τίποτα για τον έρωτά του. Έκρυβε τον πόνο του. Της έλεγε ξεκάθαρα πως είχε πάρει την απόφαση να μην ξαναπατήσει στο μαγαζί. Κι έδειχνε πως θα κρατούσε σταθερά το λόγο του, τερτίπι που μια ερωτευμένη δε μπορεί να υποφέρει.

Η Ελοντί ήταν αντίθετος χαρακτήρας. Σε κάθε περίπτωση περιφρουρούσε ό,τι της ανήκε κι έβαλε αμέσως στο νου της να ξανακερδίσει τον καλό της.
Στην αρχή σκέφτηκε να πάει να τον βρει σπίτι του, στο ατελιέ της πλατείας Τιονβίλ.Επειδή όμως ήξερε πόσο ευαίσθητος ήταν και μαντεύοντας το θυμό του απ' τα γραφόμενά του, φοβήθηκε μην τον εξαγριώσει και, παίρνοντάς την σβάρνα κι αυτήν η οργή που είχε για τον πατέρα της, αρνηθεί να την ξαναδεί. 
Γι' αυτό προτίμησε να του ορίσει ένα αισθηματικό, ρομαντικό ραντεβού για να τον αναγκάσει να' ρθεί. Έτσι θα είχε τον καιρό και την ελευθερία, θα' κανε τ' αδύνατα δυνατά, και θα τον έπειθε. Εκεί θα κατάφερνε να τον παρασύρει με τα θέλγητρά της και η μοναξιά θα την βοηθούσε σημαντικά στην προσπάθειά της.

Σ' όλους τους δημόσιους κήπους και τους πολυσύχναστους περιπάτους υπήρχαν καλύβια αριστοτεχνικά φτιαγμένα από σοφούς αρχιτέκτονες που ικανοποιούσαν την αρκαδική διάθεση των πολιτών. Στο καλύβι λα Μπελ Λιλουάζ είχε εγκατασταθεί ένας ποτοπώλης. Η σκηνοθετημένη μιζέρια της καλύβας βασιζόταν πάνω σε κομψές απομιμήσεις ερειπίων παλιού πύργου. Ήθελαν μ' αυτό τον τρόπο να ζευγαρώσουν την αγροτική γοητεία με τη μελαγχολία των ερειπίων.
Καλύβια, ερείπια, τάφοι. Τις παραμονές του χαμού της, η αριστοκρατία είχε χτίσει στα πατρογονικά της πάρκα, τούτα ταα σύμβολα της μιζέριας, της παρακμής και του θανάτου. Τώρα οι πολίτες πατριώτες έπιναν, χόρευαν κι ερωτεύονταν μέσα στις ειδυλλιακές καλύβες, κάτω απ' τον ίσκιο των ψευτοερειπωμένων τοίχων, κι ανάμεσα στους ψεύτικους τάφους. Οι πατριώτες ήταν κι αυτοί φυσιολάτρες όσο κι οι αριστοκράτες κι όλοι τους ήταν οπαδοί του Ζαν - Ζακ Ρουσώ.
Η ψυχή τους παλλόταν από ευαισθησία και το πνεύμα τους ξεχείλιζε από φιλοσοφία.

Ο Ευάρεστος έφτασε πολύ πριν απ' την ορισμένη ώρα στο ραντεβού. Η καρδιά του χτυπούσε σα ρολόι και με τους χτύπους της μετρούσε τις στιγμές που περνούσαν. Μια περίπολος με φυλακισμένους πέρασε από μπροστά του. Και σε δέκα λεπτά ένα ζευγάρι τρύπωσε στην καλύβα. Μια νέα γυναίκα ντυμένη στα τριανταφυλλιά κρατούσε στα χέρια της ένα μπουκέτο λουλούδια, σύμφωνα με τη συνήθεια της εποχής. Ο καβαλλιέρος της φορούσε τρίκωχο, κόκκινο πουκάμισο, ζακέτα και ριγωτή κυλότα. Τόσο έμοιαζαν κι οι δυό με τους εραστές του παλιού καθεστώτος, που τα λεγόμενα του πολίτη Μπλαίζ, πως καμμιά επανάσταση δεν είναι ικανή ν' αλλάξει μερικά πράγματα ανάμεσα στους ανθρώπους, άρχισαν να φαντάζουν αληθινά.

Ο Ευάριστος είδε την Ελοντί να πηδάει απ' τ' αμάξι. Έτρεξε κοντά της. Τα μάτια της νέας λαμποκοπούσαν κάτω απ' τη διάφανη σκιά της ψάθας της. Τα κατακόκκινα, σαν τα γαρύφαλλα που κρατούσε, χείλη της χαμογελούσαν. Μια μαύρη μεταξωτή σάρπα σταύρωνε πάνω στο στήθος της κι έδενε στην πλάτη. Το κίτρινο φόρεμά της άφηνε να διαγράφονται τα γοργά κι ' ευκίνητα γόνατα. Τα λαγώνια ήταν εντελώς ελεύθερα. Η Επανάσταση είχε απελευθερώσει τη μέση των πολίτιδων. Ωστόσο, η φούστα ήταν ακόμα αρκετά πλατειά προς τα πίσω, έκρυβε το σχήμα του κορμιού, εξογκώνοντας κάτω απ' το φανταστικό της φάρδος την πραγματικότητα των πισινών τους.
Ο ζωγράφος έχασε τα λόγια του. Είχε αρχίσει να θυμώνει με την αμηχανία του. Όμως η Ελοντί προτιμούσε αυτή την αμηχανία πιότερο από κάθε τρυφερή υποδοχή. Χαιρόταν τη δύναμη και την υπεροχή του. Η νέα τρυφερή και τσαχπίνα, απαλή και με ευστροφία, πήρε στα χέρια της το γυναικείο πλεονέκτημα της αδυναμίας κι αφού καλά καλά τον τύλιξε στα δίχτυα της, τώρα υποτασσόταν σ' αυτόν. Αφού τον εξουσίασε μια για πάντα, τον αναγνώριζε πια σαν αφέντη της, σαν ήρωά της, σα θεό της, και φλεγόταν απ' τον πόθο να τον υπακούσει, να τον θαυμάσει, να του παραδοθεί. 
Και κάτω από απ' τη σκιερή φυλλωσιά, ο Ευάριστος της έδωσε ένα ατέλειωτο φλογερό φιλί. Η νέα έγειρε το κεφάλι και μέσα στην αγκαλιά του καλού της ένιωσε το κορμί της ν' αναλιώνει σαν κερί.

~ Απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Ανατόλ Φρανς "Οι Θεοί Διψούν" ~  
Μετάφραση Μαντώς Αναστασιάδη, Αθήνα 1955 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου