Παρασκευή, 20 Μαΐου 2011

~ ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ~

Κι η ευωδιά ανθούσε ολόγυρα
με τα γεράνια να πάλλονται στο φως του γερασμένου ήλιου
και τα παντζούρια ορθάνοιχτα τ' όραμα να γυρεύουν
κείνο που'δαν το περασμένο αγριεμένο βράδυ,
μες στη σταλαγματιά της θερινής πνοής, στη σιγαλιά.

Κι άφησα το βλέμμα ελεύθερο να δει, να ταξιδέψει
στου ποταμού τ' απάνεμα, καθάρια νερά
και οι κρυστάλινες ανταύγειες του περνούν την ίριδα και την αιχμαλωτίζουν,
μ' ένα της πέπλο ντύνονται λουλούδια, γιασεμιά.

Μικρό το ποταμάκι στην ανυπέρβλητη ομορφιά του
κι όλα τριγύρω έσταζαν ψιχάλες της βροχής,
μια μελωδία να ηχεί από τα γάργαρα νερά του
κι ένα ποτήρι που ζητά τα διψασμένα χείλη.

Στις όχθες του πλαγιάζουνε τα μαραμένα φύλα
και η ζωή ξανάρχεται και τα γεμίζει χρώμα,
σαν πίνακας ουράνιος, νωπός κι ευτυχισμένος
το δειλινό ξενύχταγε στον τελειωμό τ' Απρίλη.

Κι έφευγαν μάνες κι αδελφές στα σπιτικά να πάνε
σκυθρωπό το σούρουπο, σκεπτόμενο κι αμίλητο,
ένα καντήλι έγερνε και φυλαχτό γινόταν
κι εγώ εσένα πρόσμενα το δειλινό να φέρει.

Τρίζαν οι ανεμόμυλοι και τα πουλιά γυρνούσαν
σαν το τρελλό ανέβασμα στον κάμπο η δύναμή σου,
πήρα και άναψα κεριά στο ποταμού την όχθη
λέξεις που κρύβουν μυστικά έσκυψα και ψιθύρισα...
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου